Πώς οι αμερικανικές εκλογές θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη φαρμακευτική βιομηχανία

τραμπ-μπαιντεν-2

Οι ΗΠΑ είναι μια από τις πιο επικερδείς αγορές για τη φαρμακευτική βιομηχανία. Πρόκειται για μια χώρα όπου η έλλειψη αυστηρής ρύθμισης των τιμών μπορεί να επιτρέπει στις εταιρείες να καταγράφουν κέρδη, ενώ παράλληλα να λαμβάνουν μεγάλες επιχορηγήσεις πολλά για τα ερευνητικά και αναπτυξιακά τους έργα από την κυβέρνηση. Από την Αμερική ξεκίνησαν και έχουν τη βάση τους φαρμακευτικοί κολοσσοί, όπως οι: Pfizer, Bristol Myers Squibb και Eli Lilly, ενώ και όλες οι αξιόλογες φαρμακευτικές εταιρείες έχουν μεγάλη παρουσία στις ΗΠΑ.

Επιμέλεια άρθρου: Ρούλα Σκουρογιάννη

Ο υποψήφιος της Δημοκρατικής προεδρίας και πρώην Αντιπρόεδρος, Τζο Μπάιντεν, και ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχουν δύο τελείως διαφορετικά οράματα για τα επόμενα τέσσερα χρόνια της αμερικανικής πολιτικής, και αυτό επεκτείνεται στα φαρμακευτικά προϊόντα και την υγειονομική περίθαλψη.

Όσον αφορά την πολιτική, ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα που αντιμετωπίζει ο αμερικανικός λαός από την άποψη των φαρμακευτικών προϊόντων είναι το κόστος αγοράς συνταγογραφούμενων και μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων.
Οι αμερικανικές δαπάνες για φάρμακα αυξήθηκαν σχεδόν 42% κατά την τελευταία δεκαετία, από 253,1 δισεκατομμύρια δολάρια το 2010 σε προβλεπόμενα 358,7 δισεκατομμύρια δολάρια μέχρι το τέλος του 2020.

Το Σεπτέμβριο, ο Πρόεδρος Τραμπ υπέγραψε (εκτελεστική) απόφαση με την οποία προσπαθούσε να μειώσει το κόστος των φαρμάκων. Η συγκεκριμένη απόφαση έδινε εντολή στο υπουργείο Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών των ΗΠΑ να ξεκινήσει τη διαδικασία θεσμοθέτησης κανόνων για ένα μοντέλο πληρωμής για ορισμένα φάρμακα, αλλά συνολικά η απόφαση παρέμεινε ασαφής. Απλώς, είχε σχεδιαστεί για να δοκιμάσει τον αντίκτυπο μιας τέτοιας αλλαγής, που σημαίνει ότι οι περικοπές στις τιμές των φαρμάκων δε θα τεθούν σε ισχύ για τουλάχιστον τους επόμενους μήνες. Τον ίδιο μήνα, ο Τραμπ ανακοίνωσε, επίσης, ότι η κυβέρνησή του θα επέτρεπε την εισαγωγή φθηνότερων καναδικών φαρμάκων, χωρίς την άμεση έγκριση από το υπουργείο Υγείας.

Αυτές οι εκτελεστικές εντολές συμβολίζουν τη γενική δράση της κυβέρνησης Τραμπ προς τη φαρμακευτική βιομηχανία και την τιμή των φαρμάκων. Υπήρξαν πολλές ανάλογες εκτελεστικές εντολές και υποσχέσεις, αλλά σχετικά μικρή δράση. Για παράδειγμα, τον Ιούλιο, ο Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικές εντολές για να μειωθούν οι τιμές στην ινσουλίνη και την επινεφρίνη για ασθενείς με χαμηλό εισόδημα και μια άλλη για να εγγυηθεί ότι οι Αμερικανοί πληρώνουν τις χαμηλότερες διαθέσιμες τιμές μεταξύ των ανεπτυγμένων χωρών για τα φάρμακα στο εθνικό σύστημα Medicare Part B (το Part B του αμερικανικού συστήματος Medicare προβλέπει την εξωνοσοκομειακή ιατρική κάλυψη ασθενών). Χωρίς την κίνηση του Κογκρέσου να τις ενσωματώσει σε νόμο, οι περισσότερες ανάλογες αποφάσεις δεν είχαν αντίκτυπο.

Παρά το γεγονός ότι ο Τραμπ μάλλον κατέχει αυτό που ορισμένοι έχουν χαρακτηρίσει ως «στενή σχέση με τη φαρμακευτική βιομηχανία», κατάφερε να τραβήξει την οργή των εκπροσώπων της σε πολλές περιπτώσεις.
Το 2018, ο Τραμπ ανακοίνωσε μια πρόταση που θα απαιτούσε από τις φαρμακευτικές εταιρείες να συμπεριλάβουν, στις τηλεοπτικές διαφημίσεις τους, την τιμή καταλόγου οποιουδήποτε φαρμάκου που κοστίζει πάνω από 35 $ το μήνα και αποζημιώνεται από τα συστήματα ασφάλισης Medicare ή Medicaid. Το 2019, οι Amgen, Eli Lilly και MSD μήνυσαν την κυβέρνηση Τραμπ σε μία προσπάθεια να μπλοκάρουν αυτά τα μέτρα, και αργότερα το ίδιο έτος, ένας δικαστής της Ουάσιγκτον, αποφάσισε υπέρ των φαρμακευτικών εταιρειών, δηλώνοντας ότι το μέτρο της κυβέρνησης Trump παραβίασε τα δικαιώματα της πρώτης τροπολογίας.

Η εκστρατεία Μπάιντεν υποσχέθηκε να εισαγάγει πολύ πιο αυστηρά μέτρα για την επιβολή της ρύθμισης των τιμών των φαρμάκων. Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα είναι η υποστηρικτική νομοθεσία που πέρασε πέρυσι το ελεγχόμενο από τους Δημοκρατικούς σώμα, σύμφωνα με την οποία κυβέρνηση θα διαπραγματεύονταν τις τιμές των φαρμάκων και συγκεκριμένα, θα είχε την υποχρέωση να διαπραγματευτεί την τιμή τουλάχιστον 25 φαρμάκων του εθνικού συστήματος Medicare Part D σε ετήσια βάση (το Part D του αμερικανικού συστήματος Medicare προβλέπει όλα όσα αφορούν κάλυψη συνταγογραφούμενων φαρμάκων) και να απαιτήσει από τις ομοσπονδιακές αρχές να καλύψουν το κόστος τουλάχιστον 50 φαρμάκων ετησίως.
Ένα άλλο μέρος του νομοσχεδίου θα περιόριζε την ικανότητα των εταιρειών κατασκευής φαρμάκων να αυξάνουν ετησίως τις τιμές των προϊόντων που αποζημιώνονται από το Medicare, γεγονός που θα τις ανάγκαζε να μειώσουν το ποσοστό της αύξησης που είναι πάνω από το ποσοστό πληθωρισμού. Αυτό θα βοηθούσε στη μείωση των τιμών των φαρμάκων για 67,7 εκατομμύρια Αμερικανούς που χρησιμοποιούν το Medicare και το νομοσχέδιο φιλοδοφξούσε, επίσης, να επεκτείνει αυτό το μέτρο και στον ιδιωτικό τομέα ασφάλισης. Ωστόσο, όλα αυτά θα έπρεπε να εγκριθούν από τη Γερουσία …

Ο Μπάιντεν έχει υποστηρίξει, επίσης, τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου συμβουλίου αξιολόγησης για τον καθορισμό ανώτατων τιμών για νέα φάρμακα που δεν έχουν άμεσο ανταγωνιστή. Έχει, επίσης, εκφράσει την ιδέα του τερματισμού των φορολογικών ελαφρύνσεων στις εταιρείες για τη διαφήμιση των φαρμάκων και τον περιορισμό του περιθωρίου τους στην αύξηση των τιμών τους.

Ένα πεδίο, στο οποίο τόσο ο Τραμπ όσο και ο Μπάιντεν μοιράζονται παρόμοιες απόψεις, είναι η ανάγκη να γίνει πιο αυτάρκης η διαδικασία ανάπτυξης ναρκωτικών. Και οι δύο το αντιμετωπίζουν ως θέμα εθνικής ασφάλειας. Τα περισσότερα συστατικά των φαρμάκων στον κόσμο προέρχονται από την Ινδία και, το πιο σημαντικό, η Κίνα και η πανδημία COVID-19 έχουν αποκαλύψει πόσο ευαίσθητη είναι η συγκεκριμένη εφοδιαστική αλυσίδα. Καθώς η Κίνα εξελίσσεται στο μεγαλύτερο αντίπαλο των ΗΠΑ, και οι δύο πολιτικές παρατάξεις αισθάνονται την ανάγκη να μειωθεί η εξάρτηση από το «αντίπαλον δέος» της Κίνας.

Ο Τραμπ –αν και δεν έχει ακόμη εκπονήσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την επαναφορά της φαρμακευτικής παραγωγής στις ΗΠΑ– εξήγγειλε κάποια μέτρα προς την κατεύθυνση αυτή, αν και ορισμένα ήταν αμφιλεγόμενα και δέχτηκε για αυτό τα πυρά του Μπάιντεν, ο οποίος έχει δηλώσει ότι -εάν εκλεγεί- θα ευνοήσει την προώθηση των φαρμάκων που κατασκευάζονται στις ΗΠΑ, στηριζόμενος στη διαχείριση των Medicare, Medicaid, αλλά και στην επιρροή σε άλλες ομοσπονδιακές υπηρεσίες. Δεσμεύτηκε ακόμα για το άνοιγμα νέων αγορών στις εξαγωγές των ΗΠΑ και επίσης, όπου είναι απαραίτητο, να περιορίσει τις εισαγωγές από χώρες όπως η Κίνα και η Ρωσία που αποτελούν πιθανές απειλές για την εθνική ασφάλεια.

Ενώ οι προεδρικές εκλογές είναι σημαντικές για το μέλλον των ΗΠΑ και της αμερικανικής φαρμακευτικής βιομηχανίας, οι εκλογές στη γερουσία παραμένουν καθοριστικές για να αποφασιστεί πόση από την ατζέντα του μελλοντικού προέδρου μπορεί να περάσει. Όπως φαίνεται με την αδράνεια της κυβέρνησης Τραμπ και τα σχέδια του Τζο Μπάιντεν, κάθε ένας από τους δύο υποψήφιους θα χρειαστεί τη Γερουσία με το μέρος του. Οι Ρεπουμπλικάνοι κατείχαν 23 έδρες το 2020, ενώ οι Δημοκρατικοί μόνο 12. Οι Δημοκρατικοί πρέπει να διατηρήσουν τις υπάρχουσες έδρες και να πάρουν το λιγότερο τέσσερις ή και περισσότερες ακόμα έδρες για να αποκτήσουν την πλειοψηφία.

Πηγή: pharmafile / Conor Kavanagh

Facebook Comments

POST A COMMENT.