Γιατί Ελλάδα και Βρετανία παίρνουν τόσο διαφορετικά μέτρα για τον κορονοϊό

BRITAIN HEALTH CORONAVIRUS

Ποια χώρα έχει τελικά «δίκιο» στα μέτρα που παίρνει για τον κορονοϊό; Μήπως η Ελλάδα κάνει υπερβολές και καταστρέφει την οικονομία; Μήπως η Βρετανία είναι πιο χαλαρή και θα θρηνήσει περισσότερα θύματα; Θα φανεί, κυριολεκτικά, στη νεκροψία.

Το αντανακλαστικό και η αντίληψη των επιστημόνων που έχουν οριστεί υπεύθυνοι για την πανδημία του κορονοϊού σε κάθε χώρα είναι τα μόνα «όπλα» για την προστασία της. Στην Ελλάδα, ο υπεύθυνος του υπουργείου Υγείας για τον κορονοϊό, Σωτήρης Τσιόδρας, ζήτησε να ληφθούν τα πιο αυστηρά μέτρα στην Ευρώπη. Κλείσιμο σχολείων, άμεση εθελούσια απομόνωση των υγιών, υποχρεωτική όσων έχουν ύποπτο σύμπτωμα. Εκλεισε σχολεία με τα 89 πρώτα κρούσματα και χωρίς να καταγραφεί θάνατος.

Με τον ίδιο στόχο, όμως, το υπουργείο Υγείας της Βρετανίας τα μόνα μέτρα που έλαβε ήταν να βάλει αντισηπτικά στα σχολεία και τα παιδάκια να πλένουν τα χέρια τους πριν μπουν στην τάξη.

Το εάν μία επιστημονική επιτροπή με τέτοιο ρόλο θα παραμείνει αυστηρά στα δεδομένα μιας νόσου που εξελίσσεται ή θα δει πίσω από το προφανές και θα βασιστεί σε κάποια μη τεκμηριωμένα δεδομένα, τα οποία όμως είναι ξεκάθαρα, έχει δημιουργήσει τις διαφορές στα μέτρα που λαμβάνονται σε κάθε χώρα.

Ελλάδα vs Βρετανίας

Τα αποτελέσματα από τα μέτρα που λαμβάνει η κάθε χώρα σήμερα θα είναι μετρήσιμα σε περισσότερες από 15 μέρες. Και θα είναι ξεκάθαρα από τον αριθμό των κρουσμάτων, τους θανάτους, αλλά και το πόσο άντεξε το σύστημα υγείας.

Μέχρι τη Δευτέρα, πάντως, στην Ελλάδα είχαν καταγραφεί τέσσερις θάνατοι, ενώ στη Βρετανία 55.

Η Βρετανία βασίστηκε αποκλειστικά στα δεδομένα που ήταν 100% σίγουρα για τον κορονοϊό. Ωστόσο, καθημερινά βγαίνουν νέες επιστημονικές έρευνες για τον νούμερο ένα καταζητούμενο στον πλανήτη, που δικαιώνουν την απόφαση που έχει λάβει η ελληνική κυβέρνηση, σύμφωνα πάντα με τη θαρραλέα επιστημονική εκτίμηση του Σωτήρη Τσιόδρα.

Μετάδοση δίχως συμπτώματα

Σε πρόσφατη ανάλυση της νόσου που έγινε στη Σιγκαπούρη και την Τιαντζίν της Κίνας, αποκαλύφθηκε ότι τα δύο τρίτα στην πρώτη πόλη και τα τρίτα τέταρτα στη δεύτερη, των ατόμων που διαγνώστηκαν με κορονοϊό, τον κόλλησαν από άτομα που είχαν ήδη περάσει τη φάση της επώασης, αλλά δεν είχαν εκδηλώσει ακόμη συμπτώματα.

Τα ευρήματα της έρευνας έχουν προκαλέσει πονοκέφαλο στους λοιμοξιωλόγους, καθώς ξεκαθαρίζουν ότι «η απομόνωση όσων έχουν εκδηλώσει συμπτώματα δεν αποτελεί αποτελεσματική λύση για την επιβράδυνση της πανδημίας».

Το πιο σημαντικό όμως από αυτά που προκύπτουν είναι ότι θα πρέπει να μείνουν όλοι στο σπίτι τους πριν εκδηλώσουν συμπτώματα, καθώς μπορεί να μολύνουν άλλους, δίχως να το γνωρίζουν. Αυτό ακριβώς που κάνουμε στην Ελλάδα.

«Η μεταδοτικότητα χωρίς συμπτώματα είναι ένα από τα πρώτα πράγματα για τα οποία ανησυχούσαμε όταν ξεκίνησε το ξέσπασμα του κορονοϊού», εξηγεί στον Guardian ο Στίβεν Ρίλεϊ, καθηγητής δυναμικής μολυσματικών νόσων στο Imperial College του Λονδίνου.

Ερευνητές στο Βέλγιο και την Ολλανδία μελέτησαν τα δεδομένα του ξεσπάσματος της νόσου στη Σιγκαπούρη και την Τιαντζίν και επικεντρώθηκαν στον «χρόνο επώασης» του κορονοϊού. Πρόκειται για το διάστημα που απαιτείται από την ημέρα μόλυνσης ενός ατόμου, μέχρι την ημέρα που γίνεται μεταδοτικό. Ο αριθμός του χρόνου αναπαραγωγής είναι και ο παράγοντας πρόβλεψης στην ταχύτητα μετάδοσης της νόσου και τελικά στο πόσο γρήγορα θα εξαπλωθεί.

Ο μέσος χρόνος επώασης του κορονοϊού, σύμφωνα με δεδομένα που βρίσκονται υπό δημοσίευση σε επιστημονική επιθεώρηση υψηλού κύρους, στη Σιγκαπούρη ήταν 5,2 ημέρες, ενώ στην Κίνα 3,95, σύμφωνα με την υποανάλυση της μελέτης.

Ωστόσο, αντί να μετρήσουν έναν συγκεκριμένο αριθμό και να καταφέρουν να βγάλουν συμπεράσματα και οδηγίες για τους τρόπους που θα μειωθεί η ευρεία μετάδοση του ιού, οι επιστήμονες οδηγήθηκαν σε έναν λαβύρινθο.

Χωρίς να έχουν ξεκαθαρίσει άλλα δεδομένα, το πρώτο συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν, ήταν ότι ο χρόνος επώασης στην περίπτωση του κορονοϊού της Γουχάν δεν έχει απολύτως καμία σημασία για τη μεταδοτικότητα.

Κι αυτό διότι υπήρχαν αρκετοί συμμετέχοντες στη μελέτη που μολύνθηκαν από άτομα που δεν είχαν καθόλου συμπτώματα. Μάλιστα, αρκετοί από αυτούς, και κυρίως παιδιά, όπως φάνηκε αρκετά αργότερα, αλλά ακόμη δεν έχει αποδειχθεί, είναι άτομα υψηλής μεταδοτικότητας που δεν νοσούν ποτέ.

Δηλαδή, δίχως να εκδηλώσουν συμπτώματα, μεταδίδουν τη νόσο. Κάτι που δεν συμβαίνει βέβαια με τη γρίπη, όπου τα συμπτώματα είναι πολύ συγκεκριμένα και εκδηλώνονται σε όλους.

«Η απομόνωση ατόμων που έχουν ήδη εκδηλώσει συμπτώματα, σύμφωνα με όσα έχουν προκύψει, δεν θα ήταν επαρκές μέτρο για τον περιορισμό εξάπλωσης της νόσου. Σίγουρα απαιτούνται περισσότερα, όπως η κοινωνική αποστασιοποίηση», εξηγεί ο Ταπίουα Γανιγανί, μέλος της ερευνητικής ομάδας της μελέτης, καταλήγοντας και πάλι «πρόωρα» στα μέτρα της Ελλάδας.

Το ίδιο ακριβώς συμπέρασμα βγαίνει και από τις δηλώσεις της Μαρία βαν Κέρκχοβ, η οποία είναι επικεφαλής της μονάδας μολυσματικών νόσων του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.

«Δεδομένα από προκαταρκτικές έρευνες έχουν καταδείξει πώς οι ασθενείς έχουν υψηλότερο ιικό φορτίο στα πρώτα στάδια της νόσου και στις περιπτώσεις που είναι προσυμπτωματικοί. Σε μελέτη που έγινε σε οκτώ ασθενείς στη Γερμανία, φάνηκε ότι μόλις οι ασθενείς εκδήλωναν συμπτώματα, το ιικό τους φορτίο ήδη είχε φθίνει, δηλαδή ήσαν πιο χαμηλής μεταδοτικότητας», είπε η κ. Κέρκχοβ.

Σε κάθε περίπτωση όλα τα νεότερα δεδομένα, που είναι αυτά που πρέπει να εξετάζουμε σε μία νόσο που τρέχει με ταχύτητα λεπιδόπτερου, συνηγορούν στο ότι είναι σημαντικό να παραμείνουμε στο σπίτι, ακόμη και αν αισθανόμαστε και είμαστε υγιείς.

Πηγή: Protagon.gr

Facebook Comments

POST A COMMENT.